Κατάθλιψη

Παρόλο που η κατάθλιψη είναι μια από τις πιο κοινές ψυχικές διαταραχές, υπάρχει ακόμη κάποια σύγχυση στο ευρύ κοινό σχετικά με το τι ακριβώς εννοούμε όταν λέμε ότι κάποιος πάσχει από κατάθλιψη. Για παράδειγμα, σε τι διαφέρει η παθολογική κατάθλιψη από τη μελαγχολία που όλοι μας, άλλοι περισσότερο άλλοι λιγότερο, βιώνουμε κάποιες στιγμές στη ζωή μας; Υπάρχει επίσης σύγχυση αναφορικά με τους διάφορους τύπους κατάθλιψης, π.χ. μείζωνα κατάθλιψη, δυσθυμική διαταραχή, μονοπολική διαταραχή, μανιοκατάθλιψη κ.ά.

Γενικά ο όρος κατάθλιψη αναφέρεται είτε στη διάθεση που μπορεί να είναι φυσιολογική, είτε στα συμπτώματα που παρατηρούνται σε ένα αριθμό ψυχικών και συναισθηματικών διαταραχών. Όλοι αισθανόμαστε μερικές φορές μελαγχολικοί, λυπημένοι ή στενοχωρημένοι. Τα συναισθήματα αυτά είναι φυσιολογικό κομμάτι των καλών και άσχημων στιγμών της ζωής. Η μελαγχολία που όλοι αισθανόμαστε κάποτε στη ζωή μας, προκαλείται συνήθως από κάποια αποτυχία ή απώλεια, ερωτική απογοήτευση, ματαίωση των προσπαθειών μας να αποκτήσουμε ή να επιτύχουμε κάτι επιθυμητό, ο θάνατος ενός αγαπημένου προσώπου, ο χωρισμός, η απώλεια της εργασίας και άλλα παρόμοια ερεθίσματα της καθημερινής ζωής. Η κατάθλιψη όπως χρησιμοποιούμε τον όρο καθημερινά είναι μια πανανθρώπινη εμπειρία. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει ζήσει τη συναισθηματική αυτή εμπειρία. Ανεξάρτητα αν κάποιοι άνθρωποι χρησιμοποιούν αυτό τον όρο για να εκφράσουν διαφορετικό βαθμό λύπης, ωστόσο όλοι καταλαβαίνουμε περίπου την σημασία της. Ως τέτοια εμπειρία, η κατάθλιψη συνήθως είναι μικρής διαρκείας και αυτοπεριοριζόμενη. Είμαστε στενοχωρημένοι για μικρό χρονικό διάστημα και σχετικά εύκολα, όταν συμβεί κάτι ευχάριστο, η διάθεσή μας επανέρχεται. Οι διακυμάνσεις αυτές της διάθεσης είναι απόλυτα φυσιολογικές και συμβαίνουν πολλές φορές κατά την διάρκεια της ημέρας. Συμπερασματικά λοιπόν θα λέγαμε ότι η κατάθλιψη με την κοινή σημασία του όρου είναι μια άσχημη διάθεση που είναι η φυσιολογική αντίδραση σε ένα ερέθισμα που συνήθως έχει να κάνει με μια αίσθηση απώλειας. Οι φυσιολογική αυτή αντίδραση δεν διαρκεί πολύ, συνήθως δεν επηρεάζει την γενική λειτουργικότητα και δραστηριότητα του ατόμου, μεταβάλλεται και τροποποιείται σχετικά εύκολα και συνήθως αυτοπεριορίζεται.
Η παθολογική όμως κατάθλιψη είναι κάτι το διαφορετικό. Είναι η ψυχική κατάσταση που χαρακτηρίζεται (συχνά χωρίς κάποιο συγκεκριμένο εξωτερικό ερέθισμα ή αιτία) από μειωμένη διάθεση, απώλεια ενέργειας και ενδιαφέροντος, αίσθημα σωματικής κόπωσης και εξάντλησης, χαμηλή αυτοσυγκέντρωση και προσοχή, προβλήματα μνήμης, αναποφασιστικότητα και, κυρίως, από έντονα και επίμονα συναισθήματα λύπης, δυσφορίας, μοναξιάς, αποθάρρυνσης, απόγνωσης, ανημπόριας, απελπισίας, απαισιοδοξίας καθώς και αισθήματα χαμηλής αυτοεκτίμησης, φόβου, ενοχής, αυτομομφής και αναξιότητας. Συχνά συνοδεύεται και από ψυχοκινητική επιβράδυνση ή μερικές φορές διέγερση, απόσυρση από διαπροσωπικές σχέσεις, χάσιμο της ερωτικής επιθυμίας, αϋπνία ή υπνηλία, ανορεξία ή υπερβολική κατανάλωση τροφής (που μπορεί να οδηγήσουν αντίστοιχα σε απώλεια ή αύξηση βάρους), αίσθημα επερχόμενης προσωπικής και οικογενειακής καταστροφής και, σε σοβαρές περιπτώσεις, λήθαργο ή και σκέψεις θανάτου καθώς και τάσεις αυτοκτονίας.

Επίσης, μια ποικιλία από σωματικά συμπτώματα, όπως πόνοι γενικά στο σώμα, προβλήματα του γαστρεντερικού, δυσκοιλιότητα, κεφαλαλγίες, διαταραχές της περιόδου κ.ά., συνοδεύουν συχνά την κατάθλιψη, έτσι ώστε πολλά άτομα με κατάθλιψη επικεντρώνονται στα προβλήματα αυτά χωρίς να συνειδητοποιούν ότι έχουν κατάθλιψη. Συχνά, τα συμπτώματα αυτά τους οδηγούν σε διάφορους γιατρούς ή στα νοσοκομεία. Χαρακτηριστικό είναι ότι ύστερα από τις διάφορες ιατρικές εξετάσεις τα συμπτώματα δεν μπορούν να εξηγηθούν και συνήθως αποδίδονται από τον γιατρό σε άγχος ή κόπωση.

Κάποιος που πάσχει από κατάθλιψη δεν υποφέρει οπωσδήποτε από όλα τα συμπτώματα που αναφέρουμε παραπάνω. Οι ειδικοί θεωρούν ότι για να γίνει διάγνωση κατάθλιψης, ένα άτομο πρέπει να παρουσιάζει για μια περίοδο τουλάχιστον δύο εβδομάδων πέντε ή περισσότερα από αυτά τα συμπτώματα, στα οποία πρέπει να περιλαμβάνεται τουλάχιστον ένα από τα ακόλουθα: έντονα μειωμένη διάθεση, απώλεια ενέργειας και ενδιαφέροντος ή ευχαρίστησης σε όλες ή σχεδόν όλες τις δραστηριότητες κατά το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας σχεδόν κάθε μέρα, ή έντονα και επίμονα συναισθήματα λύπης, δηλαδή κατάθλιψης, κατά το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας σχεδόν κάθε ημέρα. Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της κατάθλιψης είναι το καταθλιπτικό συναίσθημα. Η διαφορά αυτού του συναισθήματος από το φυσιολογικό είναι ότι στην παθολογική κατάθλιψη το καταθλιπτικό συναίσθημα έχει μεγάλη ένταση, είναι μόνιμο ή σχεδόν μόνιμο και, όπως αναφέρουμε και παραπάνω, το συναίσθημα αυτό συχνά δεν οφείλεται σε κάποιο συγκεκριμένο εξωτερικό ερέθισμα ή αιτία. Επίσης, το συναίσθημα βαθιάς μελαγχολίας δεν επηρεάζεται από τις καταστάσεις που ζει το άτομο στην καθημερινή του ζωή. Για παράδειγμα, το άτομο δεν θα αισθανθεί παροδικά χαρούμενο όταν συμβεί κάτι ευχάριστο. Με άλλα λόγια, το συναίσθημα μελαγχολίας στην παθολογική κατάθλιψη είναι ενδογενές και δεν εξαρτάται βασικά από εξωτερικούς παράγοντες, αν και ορισμένοι εξωτερικοί παράγοντες μπορεί ενδεχομένως να εντείνουν τα συμπτώματα. Σε πολλές περιπτώσεις παθολογικής κατάθλιψης, το συναίσθημα μπορεί να είναι χειρότερο το πρωί σε σχέση με το βράδυ, ενώ αντίθετα στους φυσιολογικούς ανθρώπους που υποφέρουν από μια παροδική μελαγχολία, η διάθεση είναι συνήθως καλύτερη όταν ξυπνούν το πρωί.

Διάφοροι Τύποι και Κατηγορίες Κατάθλιψης

Στο παρελθόν, η κατάθλιψη διακρινόταν σε δύο γενικούς τύπους, την αντιδραστική ή εξωγενή κατάθλιψη η οποία εμφανίζεται εξαιτίας κάποιου εμφανούς αιτίου και την ενδογενή κατάθλιψη, που εμφανίζεται χωρίς κάποιο εμφανές αίτιο. Σήμερα οι διάφοροι τύποι κατάθλιψης ταξινομούνται με δύο τρόπους: (α) σε ήπια, μέτρια και σοβαρή ή μείζονα κατάθλιψη ανάλογα με τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων, στη σοβαρή μορφή το άτομο παρουσιάζει όλα σχεδόν τα συμπτώματα και η κατάθλιψη έχει επηρεάσει όλες σχεδόν τις καθημερινές του δραστηριότητες, (β) ανάλογα με την κλινική εικόνα που εμφανίζει το άτομο, δηλαδή τα συγκεκριμένα συμπτώματα που κυριαρχούν.

1. Ήπια Κατάθλιψη: Η ήπια κατάθλιψη υποχωρεί συχνά από μόνη της. Δεν πρέπει όμως να αγνοηθεί, γιατί μπορεί να εξελιχθεί σε μέτρια κατάθλιψη.

2. Μέτρια Κατάθλιψη: Η μέτρια κατάθλιψη χαρακτηρίζεται από μειωμένη λειτουργικότητα του πάσχοντα στο σπίτι του ή στη δουλειά του.

3. Σοβαρή ή Μείζονα Κατάθλιψη: Είναι βαριά συναισθηματική διαταραχή στην οποία το άτομο υποφέρει από βαθιά και διαρκή κατάθλιψη χωρίς εμφανή αιτία. Αποτελεί την πιο συνηθισμένη μορφή σοβαρής κατάθλιψης. Προκαλεί σημαντική και έντονη διαταραχή σε όλους τους τομείς λειτουργικότητας του ατόμου και συχνά συσχετίζεται με ιδέες αυτοκτονίας.

4. Δυσθυμία ή Δυσθυμική Διαταραχή: Χαρακτηρίζεται από καταθλιπτική διάθεση και ανάλογα συμπτώματα που δεν έχουν την επαρκή βαρύτητα ώστε να θεωρηθούν μείζον καταθλιπτικό επεισόδιο. Αν και μέτρια σε σοβαρότητα, είναι συνήθως χρόνια και δημιουργεί στο άτομο μια αίσθηση ανεπάρκειας και υπολειτουργικότητας. Το άτομο μπορεί και αντεπεξέρχεται στις καθημερινές του δραστηριότητες με δυσκολία και νιώθει πάντα ότι κάτι τον κρατάει από το να μπορεί να νιώσει καλά. Πολλά άτομα με δυσθυμία μπορεί να υποφέρουν και από επεισόδια μείζονος κατάθλιψης σε ορισμένες περιόδους της ζωής τους. Για να γίνει διάγνωση δυσθυμίας, το άτομο πρέπει να εμφανίζει καταθλιπτική διάθεση τις περισσότερες ημέρες, για τουλάχιστον δύο χρόνια οι ενήλικες και για τουλάχιστον ένα χρόνο τα παιδιά και οι έφηβοι. Γενικά, δεν πρέπει να έχει περάσει περίοδος μεγαλύτερη των δύο μηνών κατά την οποία το άτομο δεν έχει βιώσει συμπτώματα κατάθλιψης. Στα παιδιά και τους εφήβους η δυσθυμία μπορεί να εκδηλώνεται και με τη μορφή οξυθυμίας και ευερεθιστικότητας.

5. Ψυχωτική Κατάθλιψη: Η ψυχωτική κατάθλιψη, εκτός από τα συνηθισμένα συμπτώματα που αναφέρθηκαν, χαρακτηρίζεται και από ψυχωτικά συμπτώματα, όπως ψευδαισθήσεις και παραισθήσεις. Για παράδειγμα, το άτομο ακούει φωνές χωρίς όμως να υπάρχουν άνθρωποι στο περιβάλλον, ή / και έχει παραληρηματικές ιδέες, δηλαδή ψευδείς πεποιθήσεις που δεν στηρίζονται σε κανένα πραγματικό γεγονός, π.χ. το άτομο είναι εντελώς πεπεισμένο ότι είναι ένοχος για πράξεις που έκανε στο παρελθόν και γι’ αυτό αξίζει ακόμη και να πεθάνει.

6. Μονοπολική Κατάθλιψη: Χαρακτηρίζεται από υποτροπιάζοντα επεισόδια κατάθλιψης. Στη μονοπολική κατάθλιψη, τα άτομα μπορεί να υποφέρουν από επανειλημμένα επεισόδια κατάθλιψης, ωστόσο, η διάθεσή τους επανέρχεται στο φυσιολογικό στο τέλος ενός επεισοδίου κατάθλιψης.

7. Διπολική Κατάθλιψη ή Μανιοκατάθλιψη: Η διπολική κατάθλιψη χαρακτηρίζεται από εναλλασσόμενα επεισόδια κατάθλιψης και μανίας. Τα άτομα με αυτή τη διαταραχή παρουσιάζουν διαστήματα κατάθλιψης (ο ένας πόλος) και διαστήματα της αντίθετης κατάστασης η οποία ονομάζεται μανία (ο άλλος πόλος). Η μανία είναι ένα είδος παθολογικής υπερβολικής ευφορίας και ευεξίας η οποία μπορεί να καταστήσει το άτομο ιδιαίτερα ριψοκίνδυνο και να το οδηγήσει σε επικίνδυνες υπερβολές. Οι δυο αυτοί κύκλοι εναλλάσσονται, αλλά μεταξύ τους μπορεί να μεσολαβούν διαστήματα που το άτομο είναι απόλυτα φυσιολογικό. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι εναλλαγές διάθεσης και συναισθήματος είναι απότομες και ραγδαίες, στις περισσότερες περιπτώσεις όμως η μετάβαση από τη μία διάθεση στην άλλη είναι σταδιακή. Όταν το άτομο βρίσκεται στον κύκλο κατάθλιψης, παρουσιάζει πολλά ή και όλα τα χαρακτηριστικά συμπτώματα της κατάθλιψης. Όταν βρίσκεται στον κύκλο μανίας, το άτομο είναι συνήθως υπερδραστήριο, υπερκινητικό, ευερέθιστο, μπορεί να μιλάει ακατάπαυστα, έχει μειωμένη ανάγκη ύπνου και αυξημένη ερωτική διάθεση. Επίσης, στη φάση της μανίας το άτομο μπορεί να κάνει μη ρεαλιστικά μεγαλεπήβολα σχέδια και να πιστεύει ότι είναι πλούσιος (χωρίς να είναι στην πραγματικότητα) ή ότι είναι ιδιοφυία. Η μανία μπορεί να επηρεάσει σοβαρά τις νοητικές λειτουργίες του ατόμου, την κριτική του ικανότητα και την κοινωνική του συμπεριφορά, με τρόπο που μπορεί να δημιουργηθούν σημαντικά προβλήματα για το άτομο και την οικογένειά του. Για παράδειγμα, στη φάση της μανίας, το άτομο μπορεί να υπερτιμήσει τις οικονομικές του δυνατότητες, τις δικές του ή της οικογένειάς του, και να ξοδέψει τεράστια ποσά μέσα σε λίγες μόνο ώρες. Συνήθως, για την αγορά πολύτιμων ή περιττών αντικειμένων.

8. Επιλόχεια Κατάθλιψη: Παρουσιάζεται σε μητέρες μετά το τοκετό και κατά την περίοδο της λοχείας. Η περίοδος αυτή θεωρείται υψηλού κινδύνου για την ανάπτυξη κατάθλιψης στην γυναίκα, πιθανότατα λόγω των μεγάλων ορμονικών αλλαγών που γίνονται μετά τον τοκετό και κατά την περίοδο της λοχείας. Μερικές φορές μπορεί να εμφανίζονται και ψυχωτικά συμπτώματα παρόμοια με εκείνα της μανιοκατάθλιψης.

Επίσης, ορισμένα οργανικά προβλήματα συνοδεύονται συχνά από συμπτώματα κατάθλιψης. Όπως, για παράδειγμα, ορμονικές διαταραχές (π.χ. υποθυρεοειδισμός), εγκεφαλική συμφόρηση, καρδιακή προσβολή, καρκίνος, Πάρκινσον. Στις περιπτώσεις αυτές όμως δεν γίνεται διάγνωση κατάθλιψης. Επίσης, δεν γίνεται διάγνωση κατάθλιψης στις περιπτώσεις που τα καταθλιπτικά συμπτώματα προκαλούνται από χρήση ουσιών, όπως ναρκωτικά, αλκοόλ και φάρμακα.

Συχνότητα της Κατάθλιψης

Από έρευνες που έχουν γίνει υπολογίζεται ότι η κατάθλιψη προσβάλει 350 εκατομμύρια ανθρώπους κάθε κοινωνικής τάξης, φυλής και μορφωτικού επιπέδου σε όλο τον κόσμο και αποτελεί μία από τις συνηθέστερες ψυχικές διαταραχές της εποχής μας με συνεχώς αυξανόμενους ρυθμούς κατά την τελευταία δεκαετία. Η κατάθλιψη ευθύνεται για την απώλεια του 10% των παραγωγικών ωρών παγκοσμίως. Η μία στις τέσσερις γυναίκες και ο ένας στους οκτώ άνδρες μπορεί να εμφανίσουν κατάθλιψη κατά τη διάρκεια της ζωής τους, δηλαδή περίπου το 20% του πληθυσμού. Οι γυναίκες διατρέχουν διπλάσιο κίνδυνο να εμφανίσουν κατάθλιψη σε σύγκριση με τους άνδρες χωρίς να γνωρίζουμε με βεβαιότητα την αιτία. Ίσως οι γυναίκες να είναι πιο πρόθυμες από τους άντρες να παραδεχτούν ότι υποφέρουν από κατάθλιψη και να ζητήσουν θεραπεία ή υποστήριξη, οπότε οι αριθμοί αυτοί μπορεί να μην ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Επίσης, κατάθλιψη εμφανίζεται και στο 2% έως 5% των παιδιών και εφήβων. Ο ίδιος αριθμός κοριτσιών και αγοριών υποφέρουν από κατάθλιψη ως παιδιά, κατά τη διάρκεια όμως της εφηβείας ο αριθμός των κοριτσιών που παρουσιάζει κατάθλιψη διπλασιάζεται. Τα παιδιά που έχασαν τον ένα γονιό (κυρίως τη μητέρα) πρόωρα στη ζωή τους, τα παιδιά χωρισμένων γονιών και τα παιδιά που υποφέρουν από εγκατάλειψη είναι περισσότερο ευάλωτα στην κατάθλιψη. Η κατάθλιψη κατά την παιδική ηλικία μπορεί να οδηγήσει σε κακή επίδοση στο σχολείο, κακές σχέσεις με τους άλλους ανθρώπους και κατάχρηση ουσιών.

Οι χωρισμένοι ή διαζευγμένοι έχουν τριπλάσιο κίνδυνο να εμφανίσουν κατάθλιψη απ’ ότι οι παντρεμένοι. Οι διαζευγμένοι άνδρες φαίνεται πως διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο από τις διαζευγμένες γυναίκες. Επίσης, η κατάθλιψη εμφανίζεται με δύο ή τρεις φορές μεγαλύτερη συχνότητα σε οικογένειες καταθλιπτικών ασθενών.
Σχεδόν οι μισές από όλες τις περιπτώσεις κατάθλιψης δεν αναγνωρίζονται και δεν υποβάλλονται σε θεραπεία, ενώ 10% περίπου των καταθλιπτικών ασθενών αυτοκτονούν. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας προβλέπει ότι μέχρι το έτος 2020 η κατάθλιψη θα είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα υγείας στον αναπτυσσόμενο κόσμο προσβάλλοντας πιθανόν περισσότερο από το 25% του πληθυσμού και μέχρι τότε, η βαριά κατάθλιψη θα αποτελεί το δεύτερο σημαντικότερο αίτιο θανάτου και ανικανότητας αν και η κατάθλιψη είναι θεραπεύσιμη.

Ηλικία

Παλαιότερα εθεωρείτο ότι ο κίνδυνος προσβολής από κατάθλιψη αυξάνεται με την ηλικία, πρόσφατες μελέτες όμως δείχνουν ότι όλες οι ηλικίες είναι επιρρεπείς για την εμφάνισή της. Η κατάθλιψη φαίνεται να είναι πιο συχνή στους ηλικιωμένους, αν και συχνά δεν ανιχνεύεται και δεν υποβάλλεται σε θεραπεία. Η κατάθλιψη των ηλικιωμένων σχετίζεται επίσης με μακρύτερη χρονική διάρκεια και σημαντικότερο κίνδυνο υποτροπής και αυτοκτονίας. Οι ηλικιωμένοι ασθενείς εμφανίζουν περισσότερα σωματικά συμπτώματα, όπως κόπωση, δυσκοιλιότητα και απώλεια βάρους παρά θλίψη. Οι διαταραχές μνήμης είναι επίσης συνηθισμένες και συχνά αποδίδονται εσφαλμένα σε σωματική νόσο, άνοια («ψευδοάνοια») ή την γήρανση.

Αυτοκτονία

Υπολογίζεται ότι σε παγκόσμια κλίμακα, αυτοκτονούν κάθε μέρα περίπου 2000 άτομα. Οι θάνατοι από αυτοκτονία αποτελούν το 1% όλων των θανάτων παγκοσμίως. Το 60% των θυμάτων αυτοκτονίας υπέφεραν πριν αυτοκτονήσουν από κάποια (συνήθως σοβαρή) μορφή κατάθλιψης. Περίπου το 10% όλων των καταθλιπτικών ασθενών καταλήγουν στην αυτοκτονία, καθιστώντας την αυτοκτονία κατά 25 φορές περισσότερο συνηθισμένη στους καταθλιπτικούς ασθενείς απ’ ότι στο γενικό πληθυσμό. Υπολογίζεται ότι το ποσοστό θανάτων από αυτοκτονίες που σχετίζονται με κατάθλιψη είναι μεγαλύτερο εκείνου που συνδέεται με τροχαία ατυχήματα. Το ποσοστό αυτοκτονιών είναι χαμηλότερο στις φτωχότερες χώρες και υψηλότερο στις πλουσιότερες χώρες.

Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια σημαντική αύξηση του ποσοστού αυτοκτονιών στους εφήβους και στα άτομα νεαρής ηλικίας, κυρίως στους νέους άντρες. Παρόλο που οι γυναίκες κάνουν περισσότερες απόπειρες (αποτυχημένες) αυτοκτονίας από τους άντρες, γενικά, τα ποσοστά αυτοκτονίας στους άντρες είναι σημαντικά μεγαλύτερα από αυτά των γυναικών. Επίσης, οι άντρες τείνουν στη χρήση πιο βίαιων μεθόδων αυτοκτονίας από τις γυναίκες. Παρά την αύξηση του ποσοστού αυτοκτονιών στα άτομα νεαρής ηλικίας, οι στατιστικές δείχνουν ότι οι αυτοκτονίες αυξάνονται με την ηλικία. Αν και οι ηλικιωμένοι συνιστούν το 10% του συνολικού πληθυσμού, αποτελούν το 25% των ατόμων που αυτοκτονούν.

Τα επαγγέλματα υψηλού κινδύνου αυτοκτονίας είναι οι γιατροί (κυρίως ψυχίατροι), οι οδοντίατροι, οι αστυνομικοί, οι δικηγόροι και οι ασφαλιστές. Το ποσοστό των αγάμων είναι διπλάσιο και των χωρισμένων ή χήρων τετραπλάσιο από εκείνο των εγγάμων.

Άνθρωποι με χαμηλή αυτοεκτίμηση οι οποίοι βλέπουν τον εαυτό τους και τον κόσμο με απαισιοδοξία ή που κατακλύζονται εύκολα από στρες και άγχος, είναι ιδιαίτερα επιρρεπείς στα συμπτώματα κατάθλιψης. Δεν είναι όμως βέβαιο αν αυτό είναι μια ψυχολογική προδιάθεση ή αποτελεί ένα πρώιμο σύμπτωμα της νόσου.

Αιτιολογία

Αποφεύγουμε συστηματικά σ’ αυτά τα άρθρα να παρουσιάζουμε τις πιθανές αιτιολογίες των διαφόρων ψυχικών και συναισθηματικών διαταραχών. Η αιτία είναι ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει βεβαιότητα σχετικά με το τι ακριβώς προκαλεί αυτές τις διαταραχές, περιλαμβανομένης και της κατάθλιψης, που βασανίζουν ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού σε παγκόσμια κλίμακα. Φυσικά, συχνά ακούμε ή διαβάζουμε τις απόψεις διάφορων ειδικών οι οποίοι, ανάλογα με τον συγκεκριμένο προσανατολισμό τους, μας διαβεβαιώνουν ότι η τάδε διαταραχή έχει καθαρά ψυχολογική ή μαθησιακή ή κοινωνική ή γενετική προέλευση. Στην πραγματικότητα όμως δεν υπάρχουν αποδείξεις ικανές να στηρίξουν με βεβαιότητα καμιά από αυτές τις απόψεις. Από τις ενδείξεις που υπάρχουν αυτή τη στιγμή, το πιθανότερο είναι ότι υπάρχει μια αλληλεπίδραση παραγόντων. Μια γενετική προδιάθεση σε επίπεδο γονιδίων, σε συνδυασμό με βιώματα και εμπειρίες κυρίως κατά τη νηπιακή και την παιδική ηλικία καθώς και το κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο ζει το άτομο. Παρόλο που ο βασικός παράγοντας είναι μάλλον γενετικός, η σωστή ψυχοθεραπεία μπορεί να είναι αποτελεσματική ακόμη και σ’ αυτό το επίπεδο, δηλαδή στο επίπεδο του DNA. Όσο κι αν αυτό ακούγεται υπερβολικό ή παρατραβηγμένο, υπάρχουν έρευνες οι οποίες έχουν καταδείξει ότι ο προγραμματισμός του DNA δεν είναι πάγιος και μπορεί να τροποποιηθεί ακόμη και με μη βιολογικές μεθόδους. Οι έρευνες αυτές έχουν οδηγήσει στην ανάπτυξη ορισμένων νέων τεχνικών ψυχοθεραπείας οι οποίες στοχεύουν άμεσα σε αλλαγές του DNA. Οι τεχνικές αυτές, που δεν είναι ακόμη γνωστές στο ευρύ κοινό, στηρίζονται για την ώρα σε κλινικές και όχι πειραματικές μελέτες. Οι ενδείξεις όμως είναι κατ’ εξοχή θετικές και ενθαρρυντικές. Θα ασχοληθούμε εκτεταμένα με αυτό το θέμα σε προσεχές άρθρο.

copyright © 2007 Δρ. Δόβελος Ιωάννης
Διευθυντής Κέντρου Εφαρμοσμένης Ψυχοθεραπείας & Συμβουλευτικής
Υπεύθυνος τμήματος Βιοθυμικής Ψυχοθεραπείας – Κλινικής Ύπνωσης
Κέντρο Εφαρμοσμένης Ψυχοθεραπείας και Συμβουλευτικήςr